Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Δημόσια ακίνητη περιουσία: Μία ευκαιρία επανεκκίνησης της οικονομίας ECONOMIST Απρίλιος 2011

Η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας σε οικονομικό, κοινωνικό και πολίτικο επίπεδο αναδεικνύει κίνδυνους αλλά και ευκαιρίες. Για τους κινδύνους έχουν ήδη ειπωθεί πάρα πολλά, σε βαθμό που διαμορφώνεται ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και ανασφάλειας, ψυχολογία «εθνικής κατάθλιψης».

Η αλλαγή ψυχολογίας της κοινωνίας, αλλά και της αγοράς, είναι ο θεμέλιος λίθος για την έξοδο από την κρίση. Είναι, λοιπόν, κρίσιμο να αναζητηθούν οι ευκαιρίες που μπορούν να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της αγοράς και στην επακόλουθη ανάπτυξη της Οικονομίας.

Η δημόσια ακίνητη περιουσία αποτελεί μια τεράστια, σε μέγεθος και σε σημασία, ευκαιρία για το κράτος να αντιμετωπίσει τη σημερινή οικονομική συγκυρία. Στο πλαίσιο της συνολικής πρότασης, που διατύπωσε ο Αντώνης Σαμαράς, τον Ιούλιο του 2010 (το λεγόμενο «Ζάππειο 1»), συμπεριλήφθηκε ως κεντρικός πυλώνας η επιτακτική ανάγκη αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του κράτους.

Μια διαδικασία που περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα:

Πρώτο βήμα η πραγματική αποτίμηση της περιουσίας του Δημοσίου. Αποτίμηση που θα περιλαμβάνει διαδικασίες κατεπείγοντος, αντίστοιχες των Ολυμπιακών Αγώνων, ως προς το ξεκαθάρισμα του νομικού και ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δημόσιων εκτάσεων, καθώς και των χρήσεων γης. Λαμβάνοντας υπόψη, μάλιστα, ότι το κράτος έχει το προνόμιο να δημιουργεί υπεραξίες μέσω διοικητικών αποφάσεων (π.χ. αύξηση συντελεστή δόμησης).

Δεύτερο βήμα αποτελεί η αξιοποίηση εργαλείων όπως οι Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.), τα αυτοχρηματοδοτούμενα έργα, οι συμβάσεις παραχώρησης για κινητοποίηση του αδρανούς ενεργητικού της οικονομίας, με μοναδικό στόχο την αξιοποίηση των εισροών για την εξυπηρέτηση (τόκους) και μείωση του δημόσιου χρέους. Μέσω αυτών θα προκύψουν φορολογικά έσοδα και ασφαλιστικές εισφορές, τόσο από τα έργα ανάπτυξης και τη διαχείριση τους όσο και τη λειτουργία τους, ενώ δύναται και η προείσπραξη – τιτλοποίηση μελλοντικών εσόδων ή κερδών.

Επίσης είναι δυνατή η δημιουργία εταιρικών σχημάτων διαχείρισης ακινήτων, με παράλληλη εισαγωγή στο Χρηματιστήριο, προκειμένου να αποφέρουν έσοδα από την πώληση μετοχών, (σε μειοψηφικό ποσοστό), καθώς και η έκδοση ομολογιών με εγγύηση των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στην περιουσία του εταιρικού σχήματος, για προείσπραξη μελλοντικών εσόδων, ως διαδικασία προχρηματοδότησης (bridge financing).
Η διαδικασία αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου προσκρούει όμως και σε περιορισμούς, που δε σχετίζονται με νομικές ή οικονομικές διαδικασίες.
Η διάχυτη καχυποψία της κοινής γνώμης λόγω της απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού και η εμπεδωμένη άποψη ότι κάθε δημόσιος διαγωνισμός που κινεί η πολιτεία, εμπεριέχει παράνομο πλουτισμό πολιτικών προσώπων και εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, απαιτεί τη διασφάλιση της απόλυτης διαφάνειας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρονική διάσταση του όλου εγχειρήματος, ούτως ώστε να μην υπάρξει είτε αίσθηση ξεπουλήματος που επηρεάζει την αποδοχή, εκ μέρους της κοινωνίας, των διαδικασιών αξιοποίησης, είτε κατάρρευση της αγοράς ακινήτων λόγω της υπερπροσφοράς επενδυτικών ευκαιριών σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Είναι προφανές ότι η χρηστή και διαφανής αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου αποτελεί μια διαδικασία-πρόκληση για την ελληνική πολιτική τάξη, που δύναται να επιδράσει πολλαπλασιαστικά στην ελληνική κοινωνία και οικονομία.

- Να διαμορφώσει την απαρχή της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της πατρίδας μας, μέσω της κατεύθυνσης επενδύσεων στην ακίνητη περιουσία του δημοσίου, σε τομείς και κλάδους που προσφέρουν εξωστρέφεια και προστιθέμενη αξία.

- Να οικοδομήσει μια νέα σχέση μεταξύ Κράτους και Αγοράς, μακριά από το κρατικοδίαιτο μοντέλο επιχειρηματικότητας που εξέθρεψε η Μεταπολίτευση.

- Να αποτελέσει μια ευκαιρία, ιδίως για την Νέα Δημοκρατία, που αποδίδει κομβικό ρόλο στην αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, ώστε να καταδείξει τη δυνατότητα του πολιτικού προσωπικού της να διαχειριστεί πετυχημένα ένα τέτοιου μεγέθους εγχείρημα, εν μέσω κρίσης, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής.

Εν κατακλείδι, η πετυχημένη διαχείριση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας θα αποτελέσει μια εκ των βασικότερων τομών που χρειάζεται η χώρα για την «επανεκκίνησή» της από το σημερινό τέλμα στο οποίο βρίσκεται.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Μικροπίστωση: ένα κοινωνικό και οικονομικό πείραμα Economist Μάρτιος 2011

Το Μπαγκλαντές απασχολεί συνήθως τη διεθνή κοινή γνώμη για ζητήματα που σχετίζονται με την εξαθλίωση που μαστίζει το λαό του. Φυσικές καταστροφές και ανθρωπιστικές κρίσεις μας υπενθυμίζουν συχνά το χαμηλότατο επίπεδο διαβίωσης αυτής της χώρας.

Από αυτήν την εξαθλιωμένη χώρα, όμως, των 150 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων, εκ των οποίων το 40% είναι δίχως δουλειά, προήλθε μια ιδιαίτερα καινοτόμα ιδέα για την αντιμετώπιση της φτώχειας, η μικροπίστωση.

Ο εμπνευστής της μικροπίστωσης είναι ο Μοχαμάντ Γιουνούς, καθηγητής Οικονομικών σε τοπικό πανεπιστήμιο, ο οποίος μετά τις σπουδές του στις ΗΠΑ, αφοσιώθηκε στην αντιμετώπιση της φτώχειας στην πατρίδα του, δημιουργώντας μια τράπεζα μικροπιστώσεων, τη Grameen, που αποτελεί ουσιαστικά ένα δίκτυο κοινωνικής αυτοβοήθειας.

Η δική του προσέγγιση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την καθιστούν πρωτοπόρα και καινοτόμα, στο βαθμό του να αποτελέσει μοντέλο προς μίμηση σε πολλές χώρες του εξωτερικού και να του χαρίσει το Νόμπελ Ειρήνης το 2006.

Η συνολική φιλοσοφία του Γιουνούς για την αντιμετώπιση του φαινομένου της φτώχειας διαφοροποιείται από τη συνήθη μέθοδο που ακολουθούν συχνά διεθνείς οργανισμοί και ΜΚΟ, οι οποίοι συνήθως περιορίζονται στην διανομή τροφίμων και χρημάτων, εν είδει διεθνούς φιλανθρωπίας. Αυτή η επιλογή από μόνη της, η προώθηση της επιχειρηματικότητας σε περιοχές απόλυτης ένδειας αντί της χορήγησης ανθρωπιστικής βοήθειας σε μορφή τροφίμων ή χρημάτων, είναι πρωτοποριακή.

Ποια είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθιστούν ιδιαίτερο και πρωτοποριακό το μοντέλο αντιμετώπισης της φτώχειας και της εξαθλίωσης του Γιουνούς;

Το πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό είναι η αξιοποίηση του πιο ισχυρού ενστίκτου του ανθρώπου, αυτού της επιβίωσης. Ο Γιουνούς επέλεξε να απευθυνθεί στους ανθρώπους που δεν είχαν καμία δυνατότητα εξόδου από το καθεστώς ανέχειας που βρίσκονταν. Σε αυτούς που κανένας δεν παρείχε δανεισμό ή υποστήριξη, που δεν κατείχε κάποια περιουσία. Κατάφερε, παρέχοντας πολύ μικρά δάνεια σε ανθρώπους που είχαν τη μοναδική τους ευκαιρία για έξοδο από το καθεστώς ένδειας που ζούσαν, να δώσει κίνητρο σε εκατομμύρια συμπατριώτες του. Η αποπληρωμή των δανείων γίνεται με μικρές τακτές δόσεις, υποχρέωση στην οποία μπορούσαν να αντεπεξέλθουν άνθρωποι που δεν είχαν ξαναδιαχειριστεί χρήματα.
Εξαιρετικά καινοτόμα απόφαση ήταν επίσης η δημιουργία ενός κοινοτιστικού μοντέλου δανειοδότησης. Ουσιαστικά τα μικροδάνεια δεν δίνονταν σε μεμονωμένα άτομα, αλλά κάθε υποψήφιος δανειολήπτης είχε την υποχρέωση να βρίσκει και άλλους δανειολήπτες, με τους οποίους συγκροτούσε μια ομάδα. Αυτή η ομάδα είχε την υποχρέωση συνευθύνης και αλληλεγγύης απέναντι στην τράπεζα καθώς με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται ο αυτοέλεγχος στην διαχείριση και αποπληρωμή των δανείων.

Το πραγματικά επαναστατικό στοιχείο όμως αυτού του μικροπιστωτικού συστήματος που εγκαθίδρυσε ο Γιουνούς ήταν η έμφαση στη δανειοδότηση γυναικών. Το Μπαγκλαντές είναι μια μουσουλμανική χώρα, όπου οι γυναίκες διαβιούν εντός πολύ περιοριστικών πλαισίων που τίθενται τόσο από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις όσο και από τις λαϊκές προκαταλήψεις. Αποτέλεσμα αυτών είναι η ουσιαστική αποχή των γυναικών από τις οικονομικές υποθέσεις. Αυτούς τους περιορισμούς προσπάθησε να ξεπεράσει ο Γιουνούς, εστιάζοντας τις προσπάθειες του στις γυναίκες. Πιστεύει ότι η αντιμετώπιση της φτώχειας ήταν περισσότερο υπόθεση των γυναικών παρά των αντρών, καθώς οι ίδιες και τα παιδιά πλήττονταν περισσότερο από την ανέχεια και την πείνα. Ακριβώς λόγω αυτής της προσήλωσης των γυναικών στην επιβίωση και πρόοδο των παιδιών, στη βελτίωση των συνθηκών ζωής της οικογένειας, αποτέλεσαν την προτεραιότητα στο οικονομικό και κοινωνικό πείραμα του Γιουνούς.

Πράγματι, η πρωτόγνωρη επιτυχία του εγχειρήματος της Grameen, με ποσοστό αποπληρωμής των μικροπιστώσεων της τάξης του 99%, βασίστηκε στη χρηματοδότηση των γυναικών, οι οποίες αποτελώντας το 94% των δανειοληπτών, συνέβαλαν σημαντικά στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και την αντιμετώπιση της φτώχειας.

Το μοντέλο των μικροπιστώσεων κατάφερε να ξεπεράσει τα στενά όρια του Μπαγκλαντές, επιτυγχάνοντας να εξαπλωθεί σε περισσότερο από 50 χώρες παγκοσμίως. Με αυτή την έννοια έχει ουσιαστικά μετεξελιχθεί από κοινωνικό και οικονομικό πείραμα σε τεχνογνωσία προς εξαγωγή, ένα επίτευγμα εξαιρετικά σπάνιο για μια χώρα όπως το Μπαγκλαντές.

Το φοβικό σύνδρομο της χώρας μας και η πολιτική του «τζαμπατζή» Manifesto Νοέμβριος 2010


Οι επικείμενες εξελίξεις στα ανοικτά μέτωπα της εξωτερικής μας πολιτικής (Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, Σκοπιανό, Βορειοηπειρωτικό) φέρνουν πάλι στο προσκήνιο τις πάγιες αδυναμίες που εμφανίζει η ελληνική εξωτερική πολιτική εδώ και πολλά χρόνια.

Πλην αποσπασματικών περιπτώσεων, η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται να εμφορείται από ένα σημαντικότερο αντίπαλο, πιο ισχυρό από κάθε εξωτερική πίεση ή απειλή που υφίσταται η χώρα μας.

Αυτή η απειλή είναι το φοβικό σύνδρομο που κυριαρχεί στην προσέγγιση και ανάλυση των εθνικών μας θεμάτων. Η επίκληση υποτιθέμενων κινδύνων, όπως η διπλωματική απομόνωση, η "σκοπιανοποίηση" της εξωτερικής μας πολιτικής, η απώλεια διπλωματικών ερεισμάτων και η διατάραξη συμμαχικών και εταιρικών δεσμών με τις ΗΠΑ και τις χώρες της ΕΕ, λειτουργεί πλήρως αποδομητικά για τη συγκρότηση ενός ισχυρού εσωτερικού μετώπου. Ενός εσωτερικού μετώπου απαραίτητου για μια χώρα που αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές και προκλήσεις έναντι γειτόνων και "φίλων".

Δυστυχώς, οι πολιτικές δυνάμεις προτιμούν συχνά να εστιάζουν στην κινδυνολογία, είτε για να πιέσουν και να εκβιάσουν την ελληνική κοινή γνώμη για την "ανάγκη επώδυνων συμβιβασμών" είτε για την ανάγκη να κλείσουμε ανοικτές πληγές "για να εστιάσουμε στα σημαντικά της εσωτερικής πολιτικής" είτε για να καρπωθούν τη συναισθηματική αντίδραση των πολιτών έναντι των "κακών ξένων". Αυτή η τακτική των πολιτικών δυνάμεων διαρρηγνύει την κρίσιμη κοινωνική και εθνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την υπηρέτηση μιας αποτρεπτικής στρατηγικής.

Συχνά βλέπουμε αυτό το φοβικό σύνδρομο να εκφράζεται με πολύ χονδροειδείς ισχυρισμούς όπως π.χ. ότι οι επιλογές μας στις σχέσεις μας με την Τουρκία είναι είτε η κατευναστική πολιτική είτε ο πόλεμος. Συχνά διανθίζεται από περιγραφές της Τουρκίας ως "στρατιωτικού γίγαντα" που θα κάνει την Ελλάδα μια χαψιά ή για το ανάδελφο του έθνους μας που δεν μπορεί να περιμένει καμία βοήθεια από τους ανθέλληνες ξένους. Ιδίως αυτήν περίοδο που η χώρα αντιμετωπίζει αυτή την τεράστια οικονομική κρίση, επανέρχονται απόψεις περί αναποτελεσματικών και αντιπαραγωγικών ενόπλων δυνάμεων αλλά και ψευδοδιλλήματα περί του δίπολου «βούτυρο ή κανόνια», δηλαδή κατά πόσο πρέπει να εστιάσουμε στην οικονομική ανάπτυξη ή την αμυντική προπαρασκευή.

Αυτή η στρατηγική του φοβικού συνδρόμου είναι πολύ βολική για αυτούς που δεν θέλουν να σχεδιάσουν, να αναλάβουν κόστος, να πάρουν αποφάσεις και πρωτοβουλίες, να εντοπίσουν κοινότητες συμφερόντων και να αποδομήσουν αντίστοιχες συγκλίσεις αντίπαλων συμφερόντων. Με λίγα λόγια, βολεύει αυτούς που δεν θέλουν να κάνουν πολιτική αλλά να φορτώνουν τις ευθύνες τους, και το κόστος αυτών, σε άλλους, ελπίζοντας ή προσδοκώντας στο «πού θα κάτσει η μπίλια», μια λογική «τζαμπατζή».

Αυτή η πολιτική του «τζαμπατζή» όμως είναι που οδηγεί σε διπλωματική απομόνωση, σε απώλεια ερεισμάτων και συμμάχων, σε συνεχή προσαρμογή σε δεδομένα που άλλοι διαμορφώνουν ερήμην μας. Αυτή την πολιτική οφείλει να καταπολεμήσει κάθε υπεύθυνη πολιτική δύναμη που αντιλαμβάνεται ότι η χώρα μας έχει πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα για να μπορεί να υποστηρίξει μια αξιόπιστη και ισχυρή στρατηγική στη ζώνη συμφέροντός της, δηλαδή την Ανατολική Μεσόγειο και την Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Το «γκριζάρισμα» των ψηφοφόρων του ιστορικού κέντρου της Αθήνας METROPOLIS 09.10.2009

Σε πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας μας υπήρξε μια παρουσίαση τη εκλογικής συμπεριφοράς που παρουσιάζουν οι πολίτες που ψηφίζουν στην περιοχή του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, μια περιοχή που εμφανίζει εικόνα γκετοποίησης. Μια περιοχή που παρότι ήρθε στο προσκήνιο της επικαιρότητας λόγω των επεισοδίων που συνέβησαν στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα ή στο παλαιό Εφετείο, εξακολουθεί να βιώνει μια αφάνταστη κοινωνική και οικονομική απαξίωση.
Απαξίωση που συνδέεται με τη μαζική παρουσία λαθρομεταναστών και την αδυναμία, ή και απροθυμία, του κράτους αλλά και του δήμου να μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση. Ετσι, όποιος περνάει από αυτές τις γειτονιές αντικρίζει εγκαταλειμμένα καταστήματα, αναρίθμητα σπίτια με ενοικιαστήρια ή πωλητήρια, αντιλαμβάνεται ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας που υπάρχει στον αέρα, πιστοποιεί την πλήρη απουσία της πολιτείας.
Αυτό το αίσθημα εγκατάλειψης που βιώνουν οι κάτοικοι του κέντρου οδηγεί σε πρωτόγνωρες πολιτικές συμπεριφορές. Συμπεριφορές που εμφανίστηκαν σε έντονο βαθμό στις ευρωεκλογές του 2009 και μετά την τελευταία εκλογική μάχη δείχνουν ότι παγιώνονται. Η μαζική αποχή είναι ένα ισχυρό δείγμα, η Α’ Αθηνών συνολικά έχει 10% μεγαλύτερη αποχή από την υπόλοιπη χώρα, δείγμα αποστασιοποίησης των πολιτών από την πολιτική. Πέραν της αποχής όμως βλέπουμε και μια μετακίνηση των ψηφοφόρων προς τα άκρα του πολιτικού συστήματος. Ετσι το συνολικό ποσοστό του ΛΑΟΣ στην Α’ Αθηνών κινείται στο επίπεδο του 7,6%, αρκετά πάνω από το εθνικό μέσο όρο, ενώ παράλληλα η Χρυσή Αυγή, που ανέλαβε ρόλο αυτόκλητου υπερασπιστή των κατοίκων του ιστορικού κέντρου (συχνά με την ανοχή των δυνάμεων της Αστυνομίας), πήρε το 0,51% των ψήφων, ποσοστό διπλάσιο από το εθνικό της ποσοστό. Ειδικά μάλιστα στα εκλογικά τμήματα του ιστορικού κέντρου, οι δύο παραπάνω πολιτικοί σχηματισμοί πέτυχαν πρωτοφανείς επιδόσεις, με εκλογικά τμήματα να δίνουν έως και 14% στο ΛΑΟΣ και 1,7% στη Χρυσή Αυγή.
Βλέπουμε ότι στις τελευταίες δύο αναμετρήσεις διαμορφώνονται τάσεις εκλογικής συμπεριφοράς που δείχνουν μια απόγνωση, μια ανάγκη διαμαρτυρίας για την εγκατάλειψη που αντιμετωπίζει το κέντρο της Αθήνας από τους δύο μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς. Πράγματι, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εκλέγουν βουλευτές οι οποίοι αποτελούν κεντρικά πολιτικά στελέχη, οι οποίοι έρχονται σε «επαφή» με τους πολίτες μέσω της διαμεσολάβησης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, χωρίς να έχουν εκ του σύνεγγυς επαφή με τη δύσκολη καθημερινότητα που αντιμετωπίζει ο πολίτης του κέντρου. Αυτό το έλλειμμα αντιπροσώπευσης εκ μέρους των δύο κομμάτων έρχονται να καλύψουν ακτιβίστικες ομαδοποιήσεις (όπως η αυτόκλητη ομάδας περιφρούρησης της παιδικής χαράς του Αγίου Παντελεήμονα), που συνδέονται πολιτικά με το ΛΑΟΣ και τη Χρυσή Αυγή.
Η πολιτεία οφείλει να δείξει την προσοχή και την αποφασιστικότητα που χρειάζεται για να μπορέσει ο κάτοικος του κέντρου να νιώσει πάλι ασφαλής, να νιώσει ότι αξίζει να παραμείνει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, να πάψει να αναζητά αυτόκλητους σωτήρες...

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

5 αλλαγές για την Αθήνα METROPOLIS 22.09.2009

Μέσα στις λίγες λέξεις του παρακάτω κειμένου επιδιώκω να περιγράψω συνοπτικά πέντε βασικές αλλαγές που πιστεύω πως θα επηρέαζαν δραστικά και προς το καλύτερο την καθημερινότητα του Αθηναίου.
Πρώτη βασική προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η ενίσχυση, ουσιαστικά δημιουργία είναι στην περίπτωση της Αθήνας, του θεσμού του «Βοήθεια στο Σπίτι». Στην Αθήνα κατοικεί το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων με αναπηρία της πατρίδας μας, λόγω της ύπαρξης στοιχειωδών υποδομών συγκριτικά με την περιφέρεια. Παράλληλα παρατηρείται ότι η πόλη της Αθήνας απολαμβάνει ιδιαίτερα μεγάλο ηλικιακό μέσο όρο των πολιτών της, καθώς τα παιδιά των παλαιών Αθηναίων μετεγκαταστάθηκαν στα προάστια της πόλης, ενώ οι γονείς παραμένουν εν πολλοίς στο κέντρο. Με αυτά τα δεδομένα γίνεται αντιληπτό πόσο κρίσιμος είναι ο θεσμός του «Βοήθεια στο σπίτι» για τους συμπολίτες μας που έχουν ανάγκη.
Δεύτερη αλλαγή αποτελεί η δημιουργία, επιτέλους, των λεγόμενων αστικών κέντρων υγείας. Ουσιαστικά η βάση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, εγκατεστημένα σε κάθε δημοτικό διαμέρισμα της πόλης, όπου ο πολίτης μπορεί να προσφύγει για κάθε πρόβλημα υγείας αποφεύγοντας το συνωστισμό και την ταλαιπωρία στα εξωτερικά ιατρεία των μεγάλων νοσοκομείων. Μια δομή που προβλέφθηκε με τον ιδρυτικό νόμο του ΕΣΥ από το 1983 ενώ αποτέλεσε και κεντρική εξαγγελία της Νέας Δημοκρατίας το 2004, χωρίς να προχωρήσει έως τώρα.
Τρίτη αλλαγή είναι η αλλαγή του προσανατολισμού της Δημοτικής Αστυνομίας η οποία ενώ αφήνει πλήρως ελεύθερο το πεδίο στο παρεμπόριο που τείνει να εξελιχθεί σε μάστιγα για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα του εμπορικού κέντρου, παρουσιάζει μια μονοδιάστατη προσήλωση στη διαφύλαξη του συστήματος ελεγχόμενης στάθμευσης, στρεφόμενη ουσιαστικά εναντίον των επισκεπτών της πόλης που κατεβαίνουν στο κέντρο να ψωνίσουν και να στηρίξουν την αγορά της πόλης. Ταυτόχρονα δεν παρεμβαίνει δραστικά, ίσως εγκλωβισμένη από το πλέγμα της αδιαφάνειας και της διαφθοράς, στη ρύθμιση της λειτουργίας των διαφόρων καταστημάτων που καταλαμβάνουν με το έτσι θέλω τα πεζοδρόμια και τις πλατείες της πόλης με τραπεζοκαθίσματα. Τέλος, οφείλει να συμβάλλει, στο μέτρο των δυνατοτήτων και των αρμοδιοτήτων που διαθέτει, στην ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών
Τέταρτη αλλαγή αποτελεί η κατάρτιση στρατηγικής διαμόρφωσης ελεύθερων χώρων μέσα στον αστικό ιστό. Αυτή η στρατηγική βασίζεται στην δημιουργία επενδύσεων, μέσω ΣΔΙΤ, που θα προσφέρουν στο Δήμο τους πόρους ούτως ώστε να υπάρξουν επιτέλους αυτές οι κατεδαφίσεις παλαιών πολυκατοικιών που υπόσχεται ο κάθε νέος δήμαρχος, για τη δημιουργία ελεύθερων χώρων άθλησης και πρασίνου.
Η πέμπτη αλλαγή αφορά εμάς τους ίδιους τους πολίτες, αφορά την αλλαγή νοοτροπίας και προσέγγισης στη γειτονιά μας, στην πόλη μας. Η αποξένωση και η αποστασιοποίηση από το περιβάλλον μας, από τους γύρω μας, αποτελεί τη σίγουρη οδό για τη χειροτέρευση της καθημερινότητάς μας, την αποδυνάμωση του αισθήματος του ανήκειν σε αυτή την πόλη. Πρέπει, με αξιοποίηση των ανθρώπινων και υλικών πόρων του Δήμου και της πολιτείας, να υπάρξει μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης των κατοίκων των συνοικιών της πόλης μας, με επίκεντρο το σχολείο ή και την ενορία της κάθε γειτονιάς. Δράσεις και πρωτοβουλίες που θα μας φέρουν πιο κοντά, που θα μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερο μόνοι, που θα μας ξυπνήσουν την αγάπη για την πόλη μας, την Αθήνα.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Αναζητώντας την πολιτική ευθύνη…. METROPOLIS 31.07.2009

Με αφορμή την πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και τις ριζικές τομές που πρέπει να γίνουν, ανεδείχθη για άλλη μια φορά ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιδρούν κόμματα και ΜΜΕ απέναντι σε αυτού του είδους εκθέσεις.

Αυτή η έκθεση του διεθνούς οργανισμού, που δεδομένης της μηδενικής δεσμευτικότητας για τη χώρα μας αποτελεί ουσιαστικά σύσταση ή παραίνεση και όχι «εντολή», έδωσε μπόλικη τροφή στο δημόσιο διάλογο για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προωθηθούν στην ελληνική οικονομία.

Συχνά διαβάζουμε εκθέσεις οι οποίες αναδεικνύουν ζητήματα σε διάφορους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της πατρίδας μας, τα συμπεράσματα και τις παραινέσεις των οποίων υιοθετούνται αβίαστα από το δημόσιο διάλογο.

Η ευκολία με την οποία προβάλλεται η άποψη ότι το ΔΝΤ, και αντίστοιχα άλλοι διεθνείς οργανισμοί, επιβάλλει πολιτικές στη χώρα μας απορρέει από μια κακή κουλτούρα που έχει κυριαρχήσει στο δημόσιο διάλογο για το βαθμό επιρροής του «διεθνούς παράγοντα» στα εσωτερικά της χώρας μας. Η εντύπωση που αποκομίζει ένας παρατηρητής αυτού του δημόσιου διαλόγου είναι ότι η χώρα μας υπόκειται σε διεθνή εποπτεία των πολιτικών της, ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται στο εξωτερικό από κάποιους που αποφασίζουν αυθαίρετα, ότι εντέλει η πολιτική ελίτ της χώρας αλλά και οι πολίτες είναι ανήμποροι να αντιδράσουν, άρα και άμοιροι ευθυνών για τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή αποφάσεις και πρωτοβουλίες που προέρχονται από το εξωτερικό, στην περίπτωση που έχουν θετική επίδραση για τους πολίτες, παρουσιάζονται ως πρωτοβουλίες και πολιτικές αποφάσεις της οικείας πολιτικής ελίτ.

Αυτή η εργαλειακή αξιοποίηση των πρωτοβουλιών των διεθνών οργανισμών εκ μέρους της πολιτικής ελίτ έχει δύο καίριες επιπτώσεις στην πολιτική διεργασία. Πρώτον επηρεάζει καθοριστικά τη νομιμοποίηση αυτών των διεθνών οργανισμών στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας και δεύτερον, και κυριότερο, παραμορφώνει το πώς αντιλαμβάνεται η ελληνική κοινωνία την ευθύνη της πολιτικής ελίτ απέναντι στα ζητήματα που καλείται να διαχειριστεί.

Όσον αφορά στο πρώτο σκέλος, συχνά βλέπουμε τμήματα της ελληνικής κοινής γνώμης να στρέφονται κατά κάποιου διεθνούς οργανισμού γιατί μια πολιτική απόφαση ελήφθη με την επίκληση του. Π.χ. συχνά αναθεματίζουμε τις «Βρυξέλλες» για πολιτικές πρωτοβουλίες που στην πραγματικότητα αποφασίστηκαν με τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Αντιστρόφως, οδηγίες ή κανονισμοί που αποτελούν βήματα προόδου για τη χώρα μας και προωθούνται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς συνήθως προβάλλονται ως μεγάλες πολιτικές πρωτοβουλίες της εκάστοτε κυβέρνησης.

Και εδώ φτάνουμε στο δεύτερο σκέλος, που είναι η πολιτική ευθύνη της πολιτικής ελίτ απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας. Όταν έχει εμπεδωθεί η αντίληψη στην ελληνική κοινωνία ότι λίγο πολύ το μέλλον μας δεν βρίσκεται στα χέρια μας, μειώνεται η πίεση και οι απαιτήσεις από τους πολιτικούς μας. Απουσιάζει η αναζήτηση ευθυνών, οι οποίες απευθύνονται και εκτονώνονται προς τα θολά «αλλότρια κέντρα αποφάσεων».

Έτσι καταλήγουμε να έχουμε συχνά πολιτικά ανεύθυνους πολιτικούς που σχεδιάζουν με γνώμονα την επόμενη εκλογική μάχη, κύριο όπλο την επικοινωνία και χωρίς ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο από τους πολίτες. Πολιτικούς που εφηύραν την έννοια του «πολιτικού κόστους, μια έννοια απολύτως έωλη σε κάθε άλλη κοινωνία καθώς δεν νοείται πολιτική δράση χωρίς ρήξεις, συγκρούσεις, συγκυριακό κόστος και μακροπρόθεσμο όφελος για την κοινωνία. Και ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος των πολιτικών, να εμπνεύσουν τους πολίτες, παρουσιάζοντας τα προβλεπόμενα οφέλη για την κοινωνία, ούτως ώστε να πετύχουν την στήριξη της κοινωνίας ενόψει του συγκυριακού κόστους.

Αντ’ αυτού, συχνά προσφεύγουμε στην κατασκευή κάποιου «μπαμπούλα» για να πιέσουμε την κοινωνία να ακολουθήσει μια επιλογή, όσο σωστή και αν είναι αυτή. Κλασικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής υπήρξε η προβολή της ανάγκης δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας μας τη δεκαετία του ’90, όταν το ισχυρότερο επιχείρημα ήταν ότι «θα μείνουμε εκτός Ευρώπης». Η πραγματικότητα ήταν (και είναι) βέβαια ότι η χώρα μας χρειαζόταν και χρειάζεται δημοσιονομική σταθερότητα για να ισχυροποιεί την ανταγωνιστικότητά της οικονομίας της.

Η παραπάνω ανάλυση δείχνει ότι σήμερα υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα ουσιαστικού διαλόγου στην κοινωνία και την πολιτική για τα πραγματικά προτάγματα που πρέπει να θέσει η ελληνική κοινωνία, χωρίς την επίκληση «χωροφυλάκων» ή την κατασκευή ψευδοδιλημμάτων. Ένας ουσιαστικός διάλογος που θα γίνει με την πρωτοβουλία και την καθοδήγηση της πολιτικής ελίτ της χώρας, η οποία έχει άλλωστε το ρόλο και την ευθύνη της αντιμετώπισης των προκλήσεων αυτής της δύσκολης περιόδου που διανύουμε.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Ανεξήγητη σπουδή, πολιτικές παρενέργειες….. METROPOLIS 17.07.2009

Η επιλογή της κυβέρνησης, έπειτα από μια μεγάλη επιχειρησιακή επιτυχία, να προχωρήσει στην αντικατάσταση του διοικητή της Ε.Υ.Π. κ. Κοραντή, δείχνει μια σπουδή που δημιουργεί ερωτηματικά. Ερωτηματικά τόσο όσον αφορά στη χρονική συγκυρία και στους λόγους που οδήγησαν τον κ. Κοραντή στην έξοδο, όσο και όσον αφορά στην επιλογή του αντικαταστάτη του.
Σχετικά με το πρώτο σκέλος, οι δηλώσεις Κοραντή που συσχετίζουν την ουσιαστική αποπομπή του με την ενόχληση υπουργών λόγω των διαρροών των διαλόγων που εντόπισε ο μηχανισμός της ΕΥΠ, ασφαλώς ενοχλούν την κοινή γνώμη. Η ευκολία με την οποία «θυσιάζεται» ένας κρατικός λειτουργός με αξιοσημείωτη θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών και στην ΕΥΠ, στο βωμό εσωκομματικών και άλλων ισορροπιών, υποδεικνύει μια αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει πιέσεις εξωθεσμικές ενώ ακυρώνει κάθε δυνατότητα πολιτικής αξιοποίησης της εξάρθρωσης της εγκληματικής συμμορίας που εντοπίστηκε χάριν στην ΕΥΠ. Ταυτόχρονα, δημιουργεί έντονες ανησυχίες για τις παρενέργειες από πιθανή διαρροή άλλων τμημάτων των διαλόγων που ηχογραφήθηκαν από το περίφημο «βαλιτσάκι» ή διαλόγων άλλων υποθέσεων στο μέλλον.
Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος των ερωτηματικών, η επιλογή ενός εν ενεργεία εισαγγελέα, με πολιτική φόρτιση όπως ο κ. Παπαγγελόπουλος, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να συγκεντρώσει τα φώτα της πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από μια υπηρεσία της οποίας το κύρος είναι υπό αμφισβήτηση. Την ίδια στιγμή που η ΕΥΠ στερείται του εισαγγελέα που θα ασκεί δικαστικού ελέγχου που θεσμοθέτησε ο πρόσφατος νόμος που διέπει τη λειτουργία της. Ακόμα και ο πιο ευκολόπιστος παρατηρητής δυσκολεύεται να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο η ΕΥΠ θα λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά και αξιόπιστα υπό την καθοδήγηση ενός δικαστικού.
Θυμίζουμε ότι υπό τη σκιά μιας άλλης, πολύ πιο σοβαρής πράγματι, δύσκολης συγκυρίας για την ΕΥΠ, την εποχή της υπόθεσης Οτσαλάν, η κυβέρνηση Σημίτη επέλεξε, για επικοινωνιακούς λόγους, ένα διπλωμάτη για νέο διοικητή της υπηρεσίας, θέλοντας να δώσει το στίγμα του καλύτερου πολιτικού ελέγχου της. Και τότε και τώρα, η πολιτική αντιπαράθεση έρχεται να δημιουργήσει πληγές στους θεσμούς της χώρας, πέραν από τις παρενέργειες που υπόσχεται η επιλογή του νέου διοικητή…..